Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Τι δεν έχουν καταλάβει οι αντίπαλοι του Τσίπρα

Τσίπρας η μετανεωτερική αριστερή ντροπή της Ελλάδας
 
Της Μαριάννας Τόλια* 
Οι χτυπητές διαφορές των αναγνώσεων «εσωτερικού» και «εξωτερικού» για το 2015, η «μνημονιακή στροφή» του Τσίπρα και γιατί παραμένει ελκυστικότερος από «τους άλλους». Τα αισιόδοξα «πολιτικά παραμύθια» και η μετάλλαξη της κοινωνίας.
Μέρες που ήταν, εκφωνήθηκαν και γράφτηκαν πλήθος απολογισμοί για το 2015 της Ελλάδας, εδώ και στην Ευρώπη. Μετά την ανάγνωση αρκετών από αυτούς, θέλω να σταθώ σε δύο χτυπητές διαφορές ανάμεσα στις αναγνώσεις «εσωτερικού» και «εξωτερικού».
Οι αναγνώσεις «εσωτερικού» κυριαρχήθηκαν εν πρώτοις από την εκτίμηση ότι το 2015 ήταν μια «πολύ κακή χρονιά», καθώς η Ελλάδα βρέθηκε στο χείλος της απόλυτης οικονομικής κατάρρευσης και με το ένα πόδι εκτός ευρώ. Αναγνώρισαν εν τούτοις, κατά μεγάλο μέρος τους, κι ένα σημαντικό πολιτικό κέρδος: την «κατάρρευση των μύθων της αριστεράς» και το τέλος των προοπτικών που έβλεπαν λύσεις εκτός μνημονίων ή και εκτός Ευρώπης.
Η μνημονιακή στροφή του Τσίπρα, υποστήριξαν αυτοί οι απολογισμοί, για όποιον λόγο κι αν πραγματοποιήθηκε, έχει δημιουργήσει τα περιθώρια για αλήθειες και μεταρρυθμιστική τόλμη και έχει διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό τοπίο που θα αποκαλυφθεί στα μάτια μας εντός του 2016. Στο τοπίο αυτό η πολιτική ηγεμονία της αναγεννημένης (χάρη στην επικείμενη εκλογή της νέας ηγεσίας της) φιλελεύθερης παράταξης (ΝΔ) θα επανέλθει, γιατί είναι η μόνη που πιστεύει στις μεταρρυθμίσεις και μπορεί να ανατάξει τη χώρα: ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη κι αν εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις από ανάγκη, δεν τις πιστεύει -όπως ο αρχηγός και τα στελέχη του σε κάθε ευκαιρία δηλώνουν- άρα, είναι αναποτελεσματικός.
Οι αναγνώσεις «εξωτερικού», πάλι, (δίνω έμφαση στις γερμανικές και αυστριακές), κατέγραψαν κι αυτές το 2015 ως μια «σκληρή χρονιά» κατά την οποία η εξέγερση της αριστεράς ενάντια στη λιτότητα της Ελλάδας κράτησε λίγο, συντρίφθηκε σαν ήρθε αντιμέτωπη με την απειλή της εξόδου από την Ευρωζώνη, πληρώθηκε ακριβά από τους Έλληνες και προέβλεψαν ένα ακόμη σκληρότερο 2016, λόγω των δρομολογούμενων περικοπών.
Οι αναγνώσεις «εξωτερικού» ανέδειξαν όμως παράλληλα το 2015 ως «έτος κυριαρχίας του Αλέξη Τσίπρα», που «παρά τις ακραίες πολιτικές μεταστροφές οι οποίες σε άλλους θα στοίχιζαν το κεφάλι τους», κέρδισε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις και αναδείχτηκε σε «ισχυρό άνδρα της Ελλάδας».
Μετά από τόση συζήτηση περί «πολιτικής κυριαρχίας του Τσίπρα» από τους ξένους, ορισμένοι Έλληνες αρθρογράφοι μπήκαν στον πειρασμό να ασχοληθούν κι αυτοί με το φαινόμενο «2015, έτος Τσίπρα». Εστιάζοντας μάλιστα (ορθά) στην εκ πρώτης όψεως αλλόκοτη αντίφαση ανάμεσα στην πολιτική ηγεμονία που εξασφάλισε ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα με την απώλεια των μαχών που έδινε στην Ευρώπη, («γιατί όμως επί δώδεκα μήνες στις παραστάσεις των Ελλήνων νικούσε εκείνος που έχανε;»), θεώρησαν ότι βρήκαν την εξήγηση στην «κουλτούρα ήττας» της ελληνικής κοινωνίας και την αγάπη της για τις δοξολογίες των «μαρτύρων» της. Νομίζω, κάνουν λάθος.
Ποιες είναι οι χτυπητές διαφορές των αναγνώσεων «εσωτερικού» και «εξωτερικού»;
Η πρώτη (προφανέστατη...) διαφορά είναι ότι οι αναγνώσεις «εσωτερικού» (άρθρα γραμμένα από δημοσιολογούντες με ενδιαφέρον για το εγχώριο πολιτικό παιχνίδι και την εγχώρια εξουσία), αναπαράγουν ακόμη διάφορες εκδοχές του γνωστού από την πρώτη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ+ΑΝΕΛ σεναρίου «αριστερής παρένθεσης».
Αν το σενάριο αυτό κατά το πρώτο επτάμηνο του 2015 ανέφερε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα κατέρρεε κακήν κακώς, πέφτοντας θύμα των ιδεοληψιών της και συμπαρασύροντας μαζί της τη χώρα στην καταστροφή, τώρα θεωρεί ότι ο εφαρμόζων μνημόνια ΣΥΡΙΖΑ είναι ακατάλληλος για διακυβέρνηση επειδή δεν πιστεύει στις μεταρρυθμίσεις (κι ας έκανε κάποιες δύσκολες μεταρρυθμίσεις που είχε αποφύγει η κυβέρνηση ΝΔ+ΠΑΣΟΚ, σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των κόκκινων δανείων και την εξίσωση των ορίων ηλικίας ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα) και γι' αυτό θα πέσει.
Αντιθέτως, οι αναγνώσεις «εξωτερικού» προβάλλουν το σενάριο μιας πολιτικής ηγεμονίας του Τσίπρα – δείχνουν δηλαδή μια πίστη στην αντοχή στο χρόνο της παρούσας κυβέρνησης.
Η δεύτερη (λιγότερο προφανής, αλλά πιο σημαντική...) διαφορά ανάμεσα στις αναγνώσεις «εσωτερικού» και «εξωτερικού», έχει να κάνει με το βαθμό αισιοδοξίας/απαισιοδοξίας με τον οποίο ατενίζουν τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Το εγχώριο μιντιακό σύστημα δηλώνει ακόμη αισιόδοξο ως προς τον λυσιτελή χαρακτήρα του μνημονίου: με μια σωστή κυβέρνηση (ΝΔ+ΠΑΣΟΚ), τα νούμερα δεν παίζουν ρόλο, αρκεί που λέει η Κομισιόν ότι οι «μεταρρυθμίσεις» (κι ας αφορούν αποκλειστικά την εσωτερική αγορά και τα μη εμπορεύσιμα, ας μην φέρνουν κατά συνέπεια νέο χρήμα στη χώρα, ας επιβαρύνουν μάλιστα κοστολογικά κάποιους εξαγωγείς τομείς), θα φέρουν ανάπτυξη.
Αντιθέτως, οι ξένοι πιστεύουν στα νούμερα: με όποια κυβέρνηση κι αν κάνεις περικοπές 6 δισ. ευρώ (ΣΥΡΙΖΑ+ΑΝΕΛ, ή ΝΔ+ΠΑΣΟΚ), έχεις αναπόφευκτα υφεσιακή δυναμική, η οποία ενδέχεται να αντισταθμιστεί από τα διάφορα ΕΣΠΑ, ΜΕΣΠΑ, την ενίσχυση του τουρισμού κ.λπ., αλλά μόνον ως ένα βαθμό – ή ίσως όχι.
Φαντάζομαι βαρεθήκατε να διαβάζετε απολογισμούς, αλλά επιτρέψτε μου έναν ακόμη: το 2015 υπήρξε η χρονιά μιας εθνικής ήττας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ+ΑΝΕΛ που ανέλαβε την εξουσία τον Ιανουάριο διακηρύσσοντας την «ελπίδα», έπαιξε στην Ευρώπη -με εφαλτήριο την ιδεολογική κληρονομιά της ευρωπαϊκής αριστεράς και του ελληνικού κρατισμού- και έχασε.
Στον ΣΥΡΙΖΑ πιστώνονται τα λάθη στους όρους, το ύφος και τις επιλογές τις οποίες έκανε δίνοντας αυτήν τη μάχη. Αλλά η μάχη δίνονταν για την Ελλάδα και την κοινωνία της – που δυστυχώς, δυστυχέστατα βάσιζε το 2010 την επιβίωσή της σε μια οικονομία κατανάλωσης, και να που το καράβι δεν στρίβει τόσο γρήγορα, και πάντως όχι με ένα ιδεοληπτικό πρόγραμμα που δεν ενδιαφέρεται καθόλου να αναγνωρίσει και να θεραπεύσει τα όποια ελληνικά προβλήματα...
Αλλά όπως, αν υπήρχε νίκη, το όφελος θα περνούσε στην κοινωνία, έτσι και στην ήττα, που εν τέλει προέκυψε, οι ζημιές περνούν την κοινωνία. Ο τελικός απολογισμός της μάχης που έδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κάποιο όφελος: την προς τα κάτω αναθεώρηση των εξωπραγματικών πρωτογενών πλεονασμάτων που είχαν προβλεφθεί το 2012 και τον συνακόλουθο περιορισμό των υφεσιακών δυναμικών.
Το όποιο κέρδος όμως από αυτήν την περιορισμένη υποχώρηση των ξένων, δυστυχώς, εξουδετερώθηκε από το κόστος ενός ακόμη κύματος φυγής επιχειρήσεων η οποία προκλήθηκε από τα capital controls σε συνδυασμό βεβαίως, με τη γειτνίαση μιας χώρας με εμπεδωμένο τραγικό οικονομικό τοπίο (όπως η Ελλάδα) με χώρες φορολογικούς παραδείσους όπως η Κύπρος και η Βουλγαρία.
Αλλά προσοχή εδώ: η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και της Ελλάδας στην Ευρώπη, για το 32% των μη παραδοσιακών ψηφοφόρων του κόμματος που τον επέλεξαν λόγω «αντι-μνημονίου», αφορούσε τη στοιχειώδη, στα όρια του ενστίκτου, βούλησή τους για αντίσταση στην εξελισσόμενη ισοπέδωση της ζωής τους, μόνον το 3% των παλαιών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρεται για τις ιδέες της αριστεράς...
Σε ελάχιστες μέρες, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα έρθει αντιμέτωπη με την κρίσιμη δοκιμασία του ασφαλιστικού και θα δούμε αν θα βγει αρραγής. Αν τα καταφέρει, θα κληθεί κατόπιν να παράγει κάτι που να μοιάζει με πραγματικό κυβερνητικό έργο και ίσως από αυτό, εν καιρώ, κριθεί. Η «κατάρρευση των μύθων της αριστεράς», όμως, δεν θα έχει τη σημασία που πιστεύει το εγχώριο μιντιακό σύστημα στη διαμόρφωση του εγχώριου πολιτικού γίγνεσθαι. Διότι το 2015 δεν κατέστη έτος πολιτικής ηγεμονίας του Τσίπρα επειδή η ελληνική κοινωνία «έχει κουλτούρα ηττημένου» αλλά επειδή είναι ηττημένη.
Η βάση της ηγεμονίας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και του πρωθυπουργού της βρίσκεται στη συναρμογή, εντός του 2015, της διακηρυγμένης σε όλους τους τόνους αντίθεσής τους στα μνημόνια, με τα πικρά βιώματα της ελληνικής κοινωνίας μετά από πέντε χρόνια εσωτερικής υποτίμησης.
Η ελληνική κοινωνία έγινε πλέον ριζικά αντιμνημονιακή, όπως φάνηκε από το 61% που πήρε το «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου (παρά τις κλειστές τράπεζες και τις απειλές για «συντέλεια του κόσμου»). Και κατέληξε να απεχθάνεται τα αισιόδοξα παραμύθια περί «υπέρβασης της κρίσης», αρκεί να έρθουν την εξουσία οι μεταρρυθμιστές, αντιθέτως βουλιάζει στην απαισιοδοξία (η οποία σύμφωνα με το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, έχει γίνει ολοκληρωτική εθνική τάση: μόλις το 17% των Ελλήνων δηλώνει εμπιστοσύνη στο μέλλον έναντι 68% του μέσου όρου της Ε.Ε.).
Σε όποια γιορτινά τραπέζια βρέθηκα αυτές τις μέρες, οι κουβέντες ήταν για δύσκολες συνθήκες δουλειάς και ανεργία, και στα μισά από αυτά, είχαμε κι έναν νέο ή λιγότερο νέο (άτομο ή ζευγάρι με παιδιά), με δουλειά και ζωή εκτός Ελλάδας που ήρθε για γιορτές στο πατρικό. Αυτός ο κόσμος έχει εμπεδώσει ότι αυτό που λέμε κρίση δεν είναι κρίση αλλά η νέα κανονικότητα: η ζοφερή κανονικότητα μιας κατεστραμμένης οικονομίας που περιλαμβάνει δυσκολότερες συνθήκες εργασίας και σφιχτά οικονομικά για όσους έχουν ακόμη δουλειά, παρατεταμένη ανεργία χωρίς ορατό τέλος για απελπιστικά πολλούς άλλους, πολλαπλά αδιέξοδα με χρέη για τμήμα των Ε.Ε. και μια ισχυρή πεποίθηση ότι όποιος μπορεί να φύγει, πρέπει να φεύγει.
Σε αυτήν τη κοινωνία, ο αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη κι αν εφαρμόζει μνημόνια τώρα, παραμένει καταρχήν ελκυστικότερος των πολιτικών δυνάμεων που εφάρμοσαν μνημόνια κατά το παρελθόν και θα τα εφαρμόσουν ξανά στο μέλλον αν χρειαστεί, συνεχίζουν όμως να δηλώνουν πίστη στα αισιόδοξα σενάρια και τις συνταγές των δανειστών.
Τα αισιόδοξα πολιτικά παραμύθια (κι αυτό ισχύει και για τον ΣΥΡΙΖΑ) αντί να πείθουν πλέον ενοχλούν, διότι εισπράττονται και ως άρνηση αναγνώρισης της συντελεσμένης κοινωνικής καταστροφής από τους κατεξοχήν υπεύθυνους κυβερνήτες και ως σημάδι της απόστασης που χωρίζει τις βολεμένες πολιτικές ελίτ από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας το οποίο νιώθει ότι ήδη βρίσκεται στο «τη βγάζω-δεν την βγάζω» κι αγωνιά για τη συνέχεια.

* Η κ. Μαριάννα Τόλια είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα. Έρευνες και Προσεγγίσεις για την κρίση στον Ευρωπαϊκό Νότο και τον ρόλο του ευρώ», Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Αθήνα 2014.

euro2day