Η συμφωνία στην οποία, όπως όλα έδειχναν ώς αργά χθες βράδυ, προχωρεί σήμερα η κυβέρνηση με την τρόικα κινείται μακράν των αισιόδοξων προβλέψεων και των δεσμεύσεων περί ενίσχυσης της θέσης της χώρας και «success story» και ενισχύει το ρευστό και αβέβαιο κλίμα της τελικής ευθείας προς τις ευρωεκλογές. Είναι άλλη μία αρνητική κατάληξη, άλλος ένας μονομερής συμβιβασμός στις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με την τρόικα για την ελληνική οικονομία, τη χώρα και τις προοπτικές της.
Οι χθεσινοβραδινές πληροφορίες περιέγραφαν μία επίπονη συμφωνία, στην οποία η κυβέρνηση τελικά προχώρησε μόνο και μόνο επειδή αδυνατεί να αντέξει τη σύγκρουση με την τρόικα και την πλήρη διάψευση των όσων έλεγε τους τελευταίους μήνες.
Η τρόικα, με όπλο τις υπογραφές της ελληνικής κυβέρνησης στις ρήτρες της δανειακής σύμβασης, επιμένει στο σημαντικό «ψαλίδισμα» του τελικού ποσού του πρωτογενούς πλεονάσματος, ώστε να εξυπηρετηθούν οι τόκοι των δανείων. Το κρισιμότερο όμως στοιχείο είναι ότι επιμένουν και στη διατήρηση μεγάλου κομματιού του πρωτογενούς πλεονάσματος στα κρατικά ταμεία, ώστε να υπάρχουν λεφτά που θα κλείσουν «τρύπες» οι οποίες θα προκληθούν στο μέλλον από την αδυναμία της κυβέρνησης να υλοποιήσει το πρόγραμμα.
Δεν έχουμε να κάνουμε πλέον με την αποδοχή ή την κριτική στην ακολουθούμενη πολιτική ή την ύπαρξη ή όχι εναλλακτικής πρότασης. Εχουμε να κάνουμε με την πλέον επίσημη απόδειξη ότι τα στελέχη της τρόικας, οι δανειστές της χώρας, δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση. Στους εντολοδόχους της, δηλαδή.
Είναι η πλέον επίσημη απόδειξη ότι τα στελέχη της τρόικας και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στον πρωθυπουργό Α. Σαμαρά, τον υπουργό Οικονομικών Γ. Στουρνάρα και τους βασικούς υπουργούς της δικομματικής κυβέρνησης, παρά το ότι εκείνοι υπογράφουν τη συμφωνία, λένε «ναι» στις απαιτήσεις και δεν διακινδυνεύουν να διαφωνήσουν με τις υποδείξεις.
Οχι επειδή υπολογίζουν το ρευστό εσωτερικό ή το προεκλογικό κλίμα στην Ελλάδα. Αλλά επειδή ενώ δεν έχουν συναντήσει καμία σοβαρή αντίσταση ή αντιπρόταση έναντι των απαιτήσεών τους στις διαπραγματεύσεις από την ελληνική πλευρά, σκέπτονται ότι η αναποτελεσματικότητα και η ανικανότητα των υπουργών και της «ναι σε όλα» ελληνικής κυβέρνησης δεν αποτελούν εγγύηση της υλοποίησης των εντολών τους.
